Μια διαφορετική εικόνα για το οικονομικό μέγεθος των μεταγραφών του Παναθηναϊκού μεταφέρεται από την αγορά, καθώς υπάρχουν πληροφορίες πως τα ποσά που κυκλοφορούν προς τα ΜΜΕ είναι σε αρκετές περιπτώσεις χαμηλότερα από τα πραγματικά.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ιμράν Λούζα. Σύμφωνα με όσα φέρεται να έχει μεταφέρει ο ατζέντης του, Φεντερίκο Παστορέλο, οι ετήσιες απολαβές του Μαροκινού χαφ στους «πράσινους» αγγίζουν τα 2,7 εκατ. ευρώ, ποσό που απέχει σημαντικά από εκείνο που είχε στη Γουότφορντ. Μάλιστα, υποστηρίζεται πως ο Λούζα δεν είχε αντίστοιχη οικονομική πρόταση από άλλη ευρωπαϊκή ομάδα, παρά το ενδιαφέρον που υπήρχε από Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία.
Παράλληλα, διαφορετικά εμφανίζονται και τα χρήματα που φέρεται να καταβλήθηκαν στη Γουότφορντ για την απόκτησή του. Αντί για περίπου 7 εκατ. ευρώ, οι σχετικές πληροφορίες ανεβάζουν το κόστος της μεταγραφής σε τουλάχιστον 8,5 εκατ. ευρώ.
Ανάλογη εικόνα υπάρχει και στην περίπτωση του Αζεντίν Ουναΐ. Από την πλευρά της Τζιρόνα φέρεται να γίνεται λόγος για συμφωνία ύψους 16 εκατ. ευρώ χωρίς τα μπόνους, ενώ οι αποδοχές του ποδοσφαιριστή στον Παναθηναϊκό εκτιμάται πως ξεπερνούν τα 4 εκατ. ευρώ ετησίως.
Στο ίδιο πλαίσιο μπαίνουν και οι μεταγραφές των Κάνγκουα και Λιβάι Γκαρσία, γεγονός που δημιουργεί ένα πολύ μεγάλο οικονομικό άνοιγμα για το «τριφύλλι». Το αν αυτή η πολιτική αποτελεί επιλογή του Γιάννη Αλαφούζου ή του Στέφανου Κοτσόλη, ή αν συνδέεται με συγκεκριμένο πλάνο οικονομικού ελέγχου, δεν είναι ξεκάθαρο.
Γιατί δεν αποκτήθηκε καθαρό «6άρι»
Η απουσία ενός κλασικού αμυντικού μέσου από το ρόστερ δεν προέκυψε απαραίτητα από λάθος σχεδιασμό. Αντίθετα, φαίνεται πως αποτελεί συνειδητή αγωνιστική επιλογή του Τζέικομπ Νίστρουπ.
Ο Δανός τεχνικός προτιμά έναν άξονα με δύο «8άρια», τα οποία έχουν δημιουργικές ικανότητες αλλά μπορούν παράλληλα να ανταποκριθούν και σε πιο ανασταλτικούς ρόλους. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι Κάνγκουα και Λούζα, ενώ η προσθήκη του Ουναΐ ανεβάζει ακόμη περισσότερο την ποιότητα και την τεχνική κατάρτιση στη μεσαία γραμμή.
Η λογική θυμίζει σε κάποιο βαθμό το αγωνιστικό μοντέλο που έχει χρησιμοποιήσει και ο Μάρκο Νίκολιτς, με έμφαση στους χαφ που μπορούν να κρατήσουν την μπάλα και να δημιουργήσουν, αντί για έναν καθαρό κόφτη μπροστά από τα στόπερ.
Με τους Ουναΐ, Λούζα και Κάνγκουα να παίρνουν τη θέση των Τσέριν, Τσιριβέγια και Καμαρά, ο Παναθηναϊκός διαθέτει πλέον έναν σαφώς πιο ποιοτικό άξονα. Το μεγάλο στοίχημα για τον Νίστρουπ είναι να βρει τους σωστούς ρόλους και να συνδυάσει τα χαρακτηριστικά τους.
Παράλληλα, η φιλοσοφία του Δανού περιλαμβάνει περιορισμένη χρήση κλασικών εξτρέμ. Στην ευρωπαϊκή λίστα βρίσκονται ουσιαστικά μόλις δύο καθαρόαιμοι εξτρέμ, ο Πελίστρι και ο Αντίνο, με ένα «10άρι» να μπορεί να κινείται στα άκρα στο 4-4-2.
Το φετινό οικονομικό άνοιγμα του Παναθηναϊκού
Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα επιθετικό σε επίπεδο επενδύσεων για τον Παναθηναϊκό. Με βάση τα ποσά που αναφέρονται στην αγορά, το «τριφύλλι» έχει διαθέσει περίπου 54 εκατ. ευρώ σε fees για 12 ποδοσφαιριστές, ενώ απέκτησε και τον Ντε Φράι ως ελεύθερο, καταβάλλοντας σημαντικό signing fee.
Οι μεταγραφικές δαπάνες που αναφέρονται είναι περίπου:
- Ουναΐ: 14 εκατ. ευρώ
- Λούζα: 8,5 εκατ. ευρώ
- Φαν Ντρονχελεν: 6 εκατ. ευρώ
- Καμαρά: 5 εκατ. ευρώ
- Κάνγκουα: 4,5 εκατ. ευρώ
- Ραστόντερ: 3,5 εκατ. ευρώ
- Πένα: 3 εκατ. ευρώ
- Τσάπρας: 3 εκατ. ευρώ
- Ζαρουρί: 2,8 εκατ. ευρώ
- Σέχου: 1 εκατ. ευρώ
- Λιβάι Γκαρσία: 1,5 εκατ. ευρώ για τον δανεισμό
- Κρίστιανσεν: 500.000 ευρώ για τον δανεισμό
Στον αντίποδα, τα έσοδα από πωλήσεις ήταν περιορισμένα, καθώς ο Παναθηναϊκός φέρεται να εισέπραξε περίπου 3 εκατ. ευρώ από τον Τσέριν και 1 εκατ. από τον Σβιντέρσκι.
Έτσι, το μεταγραφικό ισοζύγιο του καλοκαιριού εμφανίζεται να είναι αρνητικό κατά περίπου 50 εκατ. ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της επένδυσης που έγινε με στόχο την επιστροφή του Παναθηναϊκού στην κορυφή.